
«Το βραβείο της αντοχής»
Χωρίς χώρο να προλαβαίνω να είμαι άνθρωπος...
24/7
Μαμα
Σύζυγος.
Γιατρός.
Δασκάλα.
Ψυχολόγος.
Μαγείρισσα.
Καθαρίστρια.
Και όλα αυτά μαζί. Την ίδια μέρα. Την ίδια ώρα.
Χωρίς ρεπό.
Χωρίς άδεια ασθενείας.
Χωρίς manual χρήσης.
Μαμά σημαίνει να αντέχεις παραξενιές.
Νεύρα.
Ξεσπάσματα.
Τα δικά τους και τα δικά σου.
Όλα μπλεγμένα σαν πλυντήριο χωρίς πρόγραμμα.
Σημαίνει να ξυπνάς κουρασμένη και να συνεχίζεις.
Να πονάς και να λες «δεν πειράζει».
Να είσαι κουβάρι και να στέκεσαι όρθια, γιατί κάποιος χρειάζεται πρωινό, τσάντα, πρόγραμμα, σταθερότητα.
Είσαι μαμά όταν έχεις απαντήσει την ίδια ερώτηση δεκάδες φορές
και στην επόμενη λες:
«Σε αγαπάω, αλλά αν το ξαναρωτήσεις θα μιλήσω στον τοίχο».
Είσαι μαμά όταν γίνεσαι γιατρός τη νύχτα,
ψυχολόγος το απόγευμα,
δασκάλα το πρωί,
και κάπου ανάμεσα προσπαθείς να θυμηθείς πότε ήσουν απλώς εσύ.
Καθαρίστρια; Ναι.
Αλλά πιο πολύ καθαρίζεις φόβους.
Σκουπίζεις δάκρυα.
Μαζεύεις κομμάτια.
Και το σώμα κρατάει σκορ.
Θυμάται αυτά που το στόμα κατάπιε.
Κάποια στιγμή μιλάει.
Και τότε καταλαβαίνεις πως η υπεραντοχή δεν βγαίνει δωρεάν.
Και τι κερδίσαμε τελικά;
Ένα υπέροχο αυτοάνοσο.
Σαν βραβείο αντοχής.
Όχι από χρυσό.
Ούτε με κορδέλα.
Δεν το κρεμάς στον τοίχο, δεν το δείχνεις περήφανα.
Το πήρα από τα «δεν πειράζει».
Από τα «άστο, θα το κάνω εγώ».
Από τα «αντέχω».
Και παρ’ όλα αυτά, ακόμα ακούω:
«Δεν είναι τίποτα αυτό.
Εσύ αντέχεις.»
Σαν να είναι κομπλιμέντο.
Σαν να ακυρώνει τον πόνο.
Σαν να μην κουράζεται ποτέ το σώμα.
Δεν ζητάω λύπηση.
Ζητάω να ακουστώ.
Να μην μικραίνει ο πόνος επειδή δεν φαίνεται.
Να μην βαφτίζεται η εξάντληση δύναμη.
Και δεν θέλω να ακούσω:
«Ααα… καλά, κι εγώ άμα σου πω τι έχω…»
Δεν είναι διαγωνισμός πόνου.
Δεν θα μικρύνει η κούρασή μου αν τη συγκρίνεις.
Δεν θα φύγει ο πόνος μου επειδή κάποιος άλλος πονάει αλλιώς.
Θέλω απλώς να ακουστώ.
Όχι να μετρηθώ.
Όχι να μπω σε ζυγαριά αντοχής.
Γιατί η κούραση δεν συμψηφίζεται.
Ο πόνος δεν ακυρώνεται.
Και το «κι εγώ» δεν είναι πάντα παρηγοριά.
Κι αν ακόμα αντέχω;
Δεν είναι γιατί δεν πονάω.
Είναι γιατί έμαθα να ζω μαζί του.
Όχι σαν ηρωίδα.
Αλλά σαν άνθρωπος.
«Κάποιες γυναίκες δεν ζητούν πολλά.
Ζητούν απλώς να τις πιστέψουν.»