Το βιβλιοπωλείο που ζήλεψα περισσότερο από τον έρωτα...

Η ταινία "You've Got Mail" είναι από εκείνες που σε κάνουν να πιστεύεις στον έρωτα...
Και ταυτόχρονα, από εκείνες που σε κάνουν να θέλεις να αλλάξεις ζωή.
Αυτή η ιστορία είχε και τα δύο. Μια όμορφη, ήσυχη, σχεδόν ντροπαλή αγάπη. Από εκείνες που δεν φωνάζουν, δεν κάνουν θόρυβο, αλλά κάθονται δίπλα σου και σου κρατούν το χέρι.
Κι όμως… όσο κι αν συγκινήθηκα με την ιστορία των ανθρώπων της, εγώ κόλλησα αλλού.
Στο βιβλιοπωλείο....
Φαντάσου το
Μια υπέροχη ευρωπαϊκή πόλη. Πέτρινα σοκάκια, ποδήλατα που περνούν νωχελικά, άνθρωποι που δεν βιάζονται — γιατί όσοι αγαπούν τα βιβλία ξέρουν ότι τίποτα καλό δεν γίνεται βιαστικά.
Και στη γωνία ενός δρόμου, ένα βιβλιοπωλείο. Όχι μεγάλο. Όχι «τέλειο». Αλλά ζωντανό.
Μπαίνεις μέσα και ο κόσμος χαμηλώνει ένταση.
Ράφια γεμάτα ιστορίες, καρέκλες που σε καλούν να καθίσεις, καφές που μυρίζει παρηγοριά. Σπιτικά μάφιν, κουλουράκια που δεν είναι ποτέ συμμετρικά — γιατί τα τέλεια γλυκά είναι βαρετά.
Και άνθρωποι. Άνθρωποι που μιλάνε χαμηλόφωνα, που χαμογελούν μεταξύ τους χωρίς να γνωρίζονται, που ξέρουν πως εκεί μέσα όλοι ανήκουν λίγο.
Εκεί δεν πας μόνο για να αγοράσεις βιβλίο.
Πας για να μείνεις. Να διαβάσεις μια σελίδα και να ξεχαστείς για είκοσι. Να πεις «θα φύγω» και να φύγεις μετά από δύο καφέδες. Να νιώσεις ότι, αν χαθείς λίγο στη ζωή, αυτό το βιβλιοπωλείο θα σε περιμένει.
Και κάπου εδώ αρχίζει το αστείο — και ελαφρώς ανησυχητικό — κομμάτι του ονείρου μου.
Γιατί κάθε φορά που θα άνοιγε η πόρτα, εγώ θα σήκωνα το κεφάλι.
Όχι για πελάτη.
Αλλά γιατί, μέσα μου, κάθε «ντριν» θα μπορούσε να σημαίνει κάτι μεγάλο.
Μήπως μπήκε ο Sebastian Fitzek για έναν καφέ;
Ή ο Umberto Eco, έτσι χαλαρά, να ρίξει μια ματιά στα ράφια;
Ο Νικολά Μπαρρό μήπως άφησε το Παρίσι και είπε να περάσει;
Η Rebecca Yarros για ένα μάφιν πριν μας διαλύσει συναισθηματικά στο επόμενο βιβλίο της;
Η Jane Austen να παρατηρεί τους πάντες με εκείνο το διακριτικό, ειρωνικό χαμόγελο;
Ο Dostoevsky σκεφτικός στη γωνία, ο Victor Hugo να ζητά έναν δυνατό καφέ, η Paulina Simons να κάθεται ήσυχα με ένα βιβλίο στο χέρι;
Κι εγώ;
Πίσω από τον πάγκο, να σκουπίζω ένα φλιτζάνι που είναι ήδη καθαρό,
να κάνω πως δεν περιμένω κανέναν,
ενώ στην πραγματικότητα τους περιμένω όλους.
Γιατί αυτό είναι το ωραίο με τα βιβλιοπωλεία:
δεν μπαίνουν ποτέ μόνο άνθρωποι.
Μπαίνουν ιστορίες. Μπαίνουν φωνές. Μπαίνουν όλοι εκείνοι που αγαπήσαμε και θαυμάσαμε — ακόμα κι αν έρχονται μόνο μέσα από τις σελίδες.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στις ιστορίες και τα ψίχουλα από μάφιν, καταλαβαίνεις το αστείο της υπόθεσης: ο έρωτας της ταινίας είναι όμορφος, αλλά το βιβλιοπωλείο είναι το πραγματικό όνειρο.
Γιατί οι έρωτες έρχονται και φεύγουν.
Τα βιβλιοπωλεία όμως… αν τα αγαπήσεις σωστά, μένουν.
Και ίσως μια μέρα να το βρω κι εγώ αυτό το βιβλιοπωλείο.
Να μην είναι σκηνικό ταινίας, αλλά καθημερινότητα.
Να ανοίγω την πόρτα το πρωί, να μυρίζει καφές και χαρτί, να μπαίνουν άνθρωποι που αγαπούν τις ιστορίες όπως τις αγαπώ κι εγώ.
Ίσως τότε να καταλάβω πως δεν ήθελα να ζήσω την ταινία.
Ήθελα απλώς να κρατήσω το μέρος της που κάνει τη ζωή πιο ήσυχη, πιο ανθρώπινη...
Και η ζωή θα μου έχει χαμογελάσει πρώτη.
πηγή : Ειρήνη Παπαδόπουλου