«Μπαμπά, να σου πω τι έγινε…»

«Μπαμπά, να σου πω τι έγινε…»
Σαν σήμερα έφυγες, μπαμπά.
Δεν μετράω πια τα χρόνια.
Κάποτε τα μετρούσα. Τώρα όχι.
Ίσως γιατί κατάλαβα πως η απουσία δεν μετριέται με χρόνια. Μετριέται με όλα εκείνα που συνέβησαν και δεν πρόλαβα να σου τα πω.
Και έχουν συμβεί τόσα πολλά…
Έφυγα, μπαμπά. Πήγα μακριά. Έζησα στη Γερμανία, στο Ντίσελντορφ. Έφτιαξα μια καθημερινότητα εκεί, πάλεψα, δυσκολεύτηκα, έμαθα, άλλαξα. Και τελικά γύρισα πίσω.
Αν ήσουν εδώ, θα είχα τόσα να σου διηγηθώ.
Θα σου έλεγα για όλα όσα κατάφερα, αλλά και για όλα εκείνα που με λύγισαν για λίγο και μετά με ανάγκασαν να σηκωθώ ξανά.
Θα ήθελα να σου πω πόσο άλλαξα όλα αυτά τα χρόνια. Πόσα πράγματα έκανα που κάποτε ίσως ούτε εγώ πίστευα ότι θα μπορούσα.
Και μετά θα σου μιλούσα για τα παιδιά.
Μεγάλωσαν, μπαμπά.
Η Υβόννη έγινε 13.
Ο Μάξιμος έγινε 10.
Και πόσο θα γελούσες με τον Μάξιμο…
Είναι τόσο αστείος, μπαμπά. Έχει έναν τρόπο να μας κάνει να γελάμε εκεί που δεν το περιμένουμε. Καμιά φορά τον κοιτάζω και σκέφτομαι εσένα. Σκέφτομαι πόσο πολύ θα τον χαιρόσουν και πόσο ωραία θα περνούσατε οι δυο σας.
Είμαι σίγουρη ότι θα είχατε γίνει μεγάλη παρέα. Θα γελούσατε, θα πειραζόσασταν και πιθανότατα θα συνεννοούσασταν μεταξύ σας χωρίς να χρειάζεται να πείτε και πολλά.
Και αυτό είναι από εκείνα που με πονάνε περισσότερο. Όχι μόνο ότι μου λείπεις εσύ, αλλά ότι τα παιδιά μου δεν πρόλαβαν να ζήσουν όλα όσα θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί σου.
Κι όμως, ξέρεις κάτι;
Σε ξέρουν.
Με ρωτάνε για σένα. Θέλουν να μάθουν πώς ήσουν, τι έλεγες, τι έκανες, πώς γελούσες.
Κι εγώ τους μιλάω.
Τους λέω ιστορίες και προσπαθώ, μέσα από τις δικές μου αναμνήσεις, να τους χαρίσω λίγες δικές τους.
Γιατί θέλω να σε ξέρουν, μπαμπά. Θέλω να ξέρουν ποιος ήσουν. Και κυρίως, πόσο πολύ θα τα αγαπούσες.
Η Υβόννη έχει ακόμα το σκουφάκι σου.
Το καφέ.
Και κάθε φορά που το βλέπω, για μια στιγμή είσαι πάλι εδώ.
Γιατί έτσι σε θυμάμαι κι εγώ.
Με εκείνο το καφέ σκουφάκι.
Είναι παράξενο τελικά πού κρύβονται οι άνθρωποι όταν φεύγουν. Σε ένα σκουφάκι, σε μια φωτογραφία, σε μια μυρωδιά, σε μια έκφραση που ξαφνικά βλέπεις στο πρόσωπο του παιδιού σου. Σε μια ιστορία που έχεις πει εκατό φορές και θέλεις να την πεις άλλη μία, μόνο και μόνο για να υπάρχει ακόμη λίγο εκείνος ο άνθρωπος μέσα στο σπίτι.
Σε έχασα κι εγώ πολύ μικρή, μπαμπά.
Και ήταν άδικο.
Άδικο γιατί είχαμε ακόμη τόσα να ζήσουμε μαζί. Τόσα να σου πω, τόσα να σε ρωτήσω. Άδικο γιατί υπήρχαν στιγμές της ζωής μου στις οποίες έπρεπε να είσαι εκεί.
Να με δεις να μεγαλώνω.
Να με δεις να γίνομαι μαμά.
Να γνωρίσεις τα παιδιά μου.
Να τα καμαρώσεις.
Κάποιες φορές σκέφτομαι και κάτι άλλο...
Αν ήσουν εδώ, δεν θα τολμούσε κανείς να με πειράξει.
Όσο μεγάλη κι αν έγινα, όσο δυνατή κι αν χρειάστηκε να γίνω, μέσα μου υπάρχει ακόμη εκείνη η αίσθηση: ότι όσο υπήρχες εσύ, υπήρχε κάποιος πίσω μου.
Ο μπαμπάς μου.
Και μόνο αυτές οι δύο λέξεις ήταν αρκετές για να αισθάνομαι ασφαλής.
Τώρα πρέπει να είμαι εγώ αυτή η ασφάλεια για τα δικά μου παιδιά.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα πράγματα που μου άφησες.
Να στέκομαι πίσω από τα παιδιά μου όπως ένιωθα ότι στεκόσουν εσύ πίσω από εμένα. Να ξέρουν πως, ό,τι κι αν συμβεί, υπάρχει ένας άνθρωπος που θα είναι πάντα εκεί.
Πέρασαν πολλά από τότε, μπαμπά.
Άλλαξα σπίτια, πόλεις, χώρες. Έφυγα και επέστρεψα. Έγινα γυναίκα, σύζυγος, μητέρα. Έπεσα, σηκώθηκα, φοβήθηκα, τόλμησα, ξεκίνησα ξανά.
Τα παιδιά μεγάλωσαν.
Η ζωή προχώρησε.
Κι όμως, υπάρχουν μέρες σαν τη σημερινή που όλα σταματούν για λίγο.
Και δεν σκέφτομαι πόσα χρόνια πέρασαν.
Σκέφτομαι μόνο πόσα θα είχα να σου πω αν καθόσουν για λίγο απέναντί μου.
Και πόσο θα ήθελα να σε δω άλλη μία φορά με εκείνο το καφέ σκουφάκι.
Έτσι σε θυμάμαι.
Έτσι θέλω να σε θυμάμαι.
Και έτσι θα σε γνωρίζουν και τα παιδιά μου.
Μου λείπεις, μπαμπά.
Όχι μόνο σαν σήμερα.
Αλλά σε όλες εκείνες τις μικρές στιγμές της ζωής μου που θα ήθελα να μπορώ να γυρίσω και να σου πω:
«Μπαμπά, να σου πω τι έγινε…»