«Αντίο Ντίσελντορφ ? : Τρία χρόνια ζωής χωρούν τελικά σε λίγες κούτες;»
Αντίο Ντίσελντορφ… ή μήπως όχι;
Τρία ολόκληρα χρόνια σε μια πόλη που στην αρχή ήταν ξένη, άγνωστη, λίγο ψυχρή και ίσως τρομακτική. Μια πόλη στην οποία έφτασα με βαλίτσες γεμάτες πράγματα, αλλά κυρίως με φόβους, προσδοκίες και όνειρα. Και τώρα επιστρέφω στην Ελλάδα. Όλοι λένε πως ένα κεφάλαιο τελείωσε, πως ήρθε η στιγμή να κλείσει ένας κύκλος και να ανοίξει ένας καινούργιος. Μα για μένα αυτό το κεφάλαιο δεν έχει κλείσει. Πώς μπορεί άλλωστε να κλείσει, όταν σε έναν τόπο έχεις αφήσει ένα κομμάτι της καρδιάς σου;
Το Ντίσελντορφ δεν ήταν για μένα απλώς μια πόλη στη Γερμανία. Δεν ήταν μόνο μια διεύθυνση κατοικίας, ένας ταχυδρομικός κώδικας ή ένα σημείο στον χάρτη. Ήταν το σπίτι μου, η καθημερινότητά μου, η ζωή μου για τρία ολόκληρα χρόνια. Στην αρχή όλα έμοιαζαν δύσκολα. Η γλώσσα, οι διαφορετικές συνήθειες, ο καιρός, οι υπηρεσίες, οι δρόμοι που δεν γνώριζα και οι άνθρωποι που δεν μπορούσα πάντα να καταλάβω. Κάθε μικρή καθημερινή υπόθεση έμοιαζε με δοκιμασία. Ένα τηλεφώνημα, ένα γράμμα από κάποια υπηρεσία, μια συζήτηση στο σχολείο, μια επίσκεψη στον γιατρό ή ακόμη και μια απλή ερώτηση σε ένα κατάστημα μπορούσε να με γεμίσει άγχος.
Όμως σιγά σιγά, σχεδόν χωρίς να το καταλάβω, η ξένη πόλη έγινε γνώριμη. Οι άγνωστοι δρόμοι έγιναν οι δικοί μου δρόμοι και οι διαδρομές που κάποτε έκανα κοιτάζοντας συνέχεια το κινητό και τον χάρτη έγιναν διαδρομές που μπορούσα να περπατήσω με κλειστά μάτια. Έμαθα ποιο λεωφορείο θα πάρω, σε ποια στάση θα κατέβω, ποιο κατάστημα μένει ανοιχτό μέχρι αργά και ποια γωνία είναι πιο όμορφη όταν πέφτει ο ήλιος.
Έμαθα να αναγνωρίζω τις εποχές όχι μόνο από το ημερολόγιο, αλλά και από τις μυρωδιές της πόλης. Τη μυρωδιά της βροχής πάνω στα πεζοδρόμια, το άρωμα του καφέ τα κρύα πρωινά, τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού από τον φούρνο της γειτονιάς, τα βρεγμένα φύλλα το φθινόπωρο και τον παγωμένο αέρα του χειμώνα που έκαιγε το πρόσωπο. Θυμάμαι ακόμη τη μυρωδιά των λουλουδιών την άνοιξη, όταν η πόλη άλλαζε ξαφνικά χρώμα και όλα έμοιαζαν λίγο πιο αισιόδοξα.
Άφησα πίσω μου μια ολόκληρη γειτονιά. Τα σπίτια που έβλεπα κάθε μέρα, τα ίδια παράθυρα, τις αυλές, τα ποδήλατα ακουμπισμένα έξω από τις εισόδους και τους γείτονες που στην αρχή απλώς χαιρετούσαμε τυπικά και αργότερα έγιναν γνώριμα και αγαπημένα πρόσωπα. Άφησα ανθρώπους που μπήκαν στη ζωή μου χωρίς να το έχω προγραμματίσει. Ανθρώπους που ήταν δίπλα μου σε δύσκολες και όμορφες στιγμές, ανθρώπους με τους οποίους μοιράστηκα γέλια, αγωνίες, καφέδες, συζητήσεις και καθημερινές μικρές ιστορίες. Ανθρώπους που κάποτε ήταν ξένοι και τελικά έγιναν φίλοι.
Ίσως αυτή να είναι μία από τις μεγαλύτερες δυσκολίες όταν φεύγεις από μια ξένη χώρα. Δεν αφήνεις πίσω σου μόνο έναν τόπο. Αφήνεις ανθρώπους, σχέσεις και μια εκδοχή του εαυτού σου που δημιουργήθηκε μόνο εκεί. Αφήνεις μια ζωή που έχτισες σιγά σιγά, με κόπο, φόβο, υπομονή, απογοητεύσεις και μικρές καθημερινές νίκες.
Άφησα και αγαπημένα μέρη. Μικρές γωνιές που για τους περισσότερους ίσως να μην έχουν καμία ιδιαίτερη σημασία, αλλά για μένα κουβαλούν ολόκληρες ιστορίες. Ένα καφέ όπου κάθισα πολλές φορές μόνη μου να σκεφτώ, έναν δρόμο που περπάτησα σε χαρούμενες αλλά και δύσκολες στιγμές, μια διαδρομή που ακολουθούσα όταν ήθελα να καθαρίσει το μυαλό μου και ένα σημείο από το οποίο κοιτούσα την πόλη και ένιωθα, έστω για λίγο, πως όλα θα πάνε καλά.
Και, φυσικά, άφησα πίσω το αγαπημένο μου παγκάκι. Ένα απλό παγκάκι που για κάποιον άλλον δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα μέρος για να καθίσει και να ξεκουραστεί. Για μένα όμως ήταν πολλά περισσότερα. Ήταν ο σιωπηλός μου φίλος, το μέρος όπου καθόμουν όταν ήθελα να μείνω μόνη, εκεί όπου άφησα σκέψεις που δεν μπορούσα να μοιραστώ με κανέναν. Εκεί έκλαψα, φοβήθηκα, ονειρεύτηκα και προσπάθησα να βρω απαντήσεις. Εκεί είπα μέσα μου όλα όσα δεν κατάφερα να πω δυνατά.
Το παγκάκι αυτό άκουσε όλα μου τα μυστικά. Άκουσε τις απογοητεύσεις, τις αγωνίες, τα παράπονα, τις προσευχές, τα σχέδια και τα όνειρά μου για το μέλλον. Με είδε κουρασμένη, φοβισμένη και πολλές φορές απογοητευμένη. Με είδε όμως και χαρούμενη, να χαμογελώ, να ελπίζω και να πιστεύω ότι κάτι καλό μπορεί να βρίσκεται λίγο πιο κάτω. Δεν μου έδωσε ποτέ κάποια απάντηση, κι όμως κάθε φορά που σηκωνόμουν για να φύγω ένιωθα λίγο πιο ήρεμη. Ίσως γιατί υπάρχουν μέρη που δεν χρειάζεται να μιλήσουν για να σε παρηγορήσουν. Αρκεί απλώς να υπάρχουν.
Πώς να αποχαιρετήσεις ένα τέτοιο μέρος; Πώς να πεις «αντίο» σε ένα παγκάκι που γνωρίζει για σένα περισσότερα από πολλούς ανθρώπους; Πώς να φύγεις χωρίς να γυρίσεις για μία τελευταία ματιά και χωρίς να αναρωτηθείς αν κάποτε θα βρεθείς ξανά εκεί;
Η επιστροφή στην Ελλάδα είναι ένα νέο ξεκίνημα. Είναι επιστροφή στην πατρίδα, στην οικογένεια, στη γλώσσα μου, στον ήλιο και σε όλα όσα μου είχαν λείψει. Είναι όμως και ένας αποχωρισμός. Γιατί το γεγονός ότι επιστρέφεις στον τόπο σου δεν σημαίνει πως παύεις να πονάς για τον τόπο που αφήνεις. Η καρδιά μπορεί να χαίρεται και να θλίβεται ταυτόχρονα. Μπορεί να ανυπομονεί για το καινούργιο και την ίδια στιγμή να κρατιέται σφιχτά από το παλιό.
Στο Ντίσελντορφ άφησα ένα σπίτι. Όχι μόνο ένα σπίτι με τοίχους, πόρτες και παράθυρα, αλλά το σπίτι μέσα στο οποίο η οικογένειά μου έζησε μια ολόκληρη περίοδο της ζωής της. Εκεί υπήρχαν φωνές, γέλια, κούραση, καθημερινές εντάσεις, γιορτές, δύσκολα βράδια και όμορφα πρωινά. Εκεί μεγαλώσαμε όλοι λίγο, αλλάξαμε και μάθαμε να στηριζόμαστε περισσότερο ο ένας στον άλλον.
Όταν το σπίτι άδειασε, δεν έμοιαζε πια με το σπίτι μας. Οι άδειοι τοίχοι και τα δωμάτια χωρίς έπιπλα δημιουργούσαν μια παράξενη ηχώ. Κι όμως, μέσα σε αυτή την ηχώ μπορούσα σχεδόν να ακούσω όσα είχαν συμβεί εκεί. Γέλια, βήματα, συζητήσεις και παιδικές φωνές. Ήταν σαν να είχαν μείνει οι αναμνήσεις μέσα στους τοίχους, ακόμη κι όταν όλα τα υπόλοιπα είχαν φύγει.
Άφησα όμως και όνειρα που δεν ολοκληρώθηκαν. Όνειρα για μια δουλειά, για μια διαφορετική ζωή, για μια σταθερότητα που προσπάθησα πολύ να κατακτήσω. Κάποια πραγματοποιήθηκαν, κάποια έμειναν στη μέση και κάποια ίσως να περίμεναν λίγο ακόμη. Δεν τελειώνουν όλες οι ιστορίες όπως τις έχουμε φανταστεί, ούτε πραγματοποιούνται όλα τα όνειρα στον χρόνο που θέλουμε. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παύουν να υπάρχουν.
Γι' αυτό δεν μπορώ να πω ότι αυτό το κεφάλαιο έκλεισε. Ίσως απλώς να γύρισε προσωρινά η σελίδα. Ίσως η ζωή μου να συνεχίζεται τώρα στην Ελλάδα, αλλά ένα μέρος της θα παραμένει πάντα εκεί, σε εκείνη τη γειτονιά, στους γνώριμους δρόμους, στις μυρωδιές της βροχής, στους ανθρώπους που αγάπησα και στο αγαπημένο μου παγκάκι που κράτησε όλα μου τα μυστικά.
Κάποια μέρη δεν τα αποχαιρετάς ποτέ πραγματικά. Τα κουβαλάς μέσα σου όπου κι αν πας. Μπορεί να φύγεις από μια πόλη, αλλά η πόλη δεν φεύγει από εσένα. Μένει στις αναμνήσεις σου, στις λέξεις που έμαθες, στις συνήθειες που απέκτησες, στις φωτογραφίες, στις μυρωδιές και σε εκείνο το παράξενο σφίξιμο που νιώθεις όταν ακούς ξανά το όνομά της.
Έφυγα από το Ντίσελντορφ, αλλά το Ντίσελντορφ δεν έφυγε από μέσα μου. Και ίσως κάποτε η ζωή να με φέρει ξανά στους ίδιους δρόμους, στην ίδια γειτονιά ή μπροστά στο ίδιο παγκάκι.
Μέχρι τότε, δεν θα πω πραγματικά Auf Wiedersehen. Θα πω μόνο «Bis Bald».
Γιατί πώς μπορεί να κλείσει ένα κεφάλαιο, όταν κάπου ανάμεσα στις σελίδες του έχεις αφήσει ένα κομμάτι της καρδιάς σου;
Υ.Γ. : Αυτό ήταν ίσως το πιο δύσκολο κείμενο που έχω γράψει ποτέ. Όχι γιατί δεν ήξερα τι να πω, αλλά γιατί τίποτα από όσα έγραψα δεν μπορεί να περιγράψει πραγματικά όλα όσα νιώθω. Υπάρχουν συναισθήματα, αναμνήσεις και αποχωρισμοί που δεν χωρούν σε λέξεις. Και όσο κι αν προσπάθησα, νιώθω πως ένα μεγάλο μέρος αυτής της ιστορίας έμεινε μέσα μου, εκεί όπου καμία πρόταση δεν μπορεί να φτάσει. Και κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει...